|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο jungle παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: cock
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | jungle n | (tropical vegetation, forest) (δάσος με τροπική βλάστηση) | ζούγκλα ουσ θηλ | | | The tribe lives deep in the jungle, with little outside contact. | | | Η φυλή ζει βαθιά μέσα στη ζούγκλα, έχοντας λίγες επαφές με τον έξω κόσμο. | | jungle n | figurative (confusing situation) (μτφ: μπερδεμένη κατάσταση) | ζούγκλα ουσ θηλ | | | The Ambassador's reception was a bit of a jungle because it was so crowded. | | | Η δεξίωση του πρέσβη ήταν λίγο ζούγκλα, γιατί είχε πάρα πολύ κόσμο. | | jungle n | figurative (confusing place) (μτφ: σκληρός ανταγωνισμός) | ζούγκλα ουσ θηλ | | | In the advertising jungle, you have to be smart to survive. | | | Στη ζούγκλα του διαφημιστικού κλάδου πρέπει να είσαι έξυπνος για να επιβιώσεις. | | jungle n as adj | (of or from the jungle) | της ζούγκλας περίφρ | | | The jungle climate is muggy and wet. |
|
|